Η οστεοπόρωση είναι μια μεταβολική πάθηση, με κύριο χαρακτηριστικό την μεταβολή της αρχιτεκτονικής των οστών λόγω μείωσης της οστικής πυκνότητας και μάζας τους, αυξάνοντας την πιθανότητα κατάγματος.

Οστεοπόρωση
Ηλικίες
Αφορά συνηθέστερα άτομα άνω των 50 ετών, με συχνότερη εμφάνιση κυρίως σε γυναίκες μετά την περίοδο της εμμηνόπαυσης, εξαιτίας της ορμονικής μεταβολής στην οποία υποβάλλονται.
Συμπτώματα
Άλγος στην πάσχουσα περιοχή, λόγω κάποιου πιθανού οστεοπορωτικού κατάγματος. Συχνότερα η νόσος είναι ασυμπτωματική για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που δύναται να διαφύγει η διάγνωση της, με αποτέλεσμα την προοδευτική εξέλιξη της και εγκατάσταση της σε ένα ή περισσότερα οστά.
Διάγνωση
Η διάγνωση γίνεται μέσω ενός λεπτομερούς ιστορικού του ασθενούς εντοπίζοντας κάποιους προδιαθεσικούς παράγοντες της οστεοπόρωσης (ηλικία, εργασία ,αλκοόλ, κάπνισμα) καθώς και με εργαστηριακό έλεγχο με μέτρηση οστικής πυκνότητας (DEXA) οσφυϊκής μοίρας ή μηριαίου οστού, καθώς και με αιματολογικό έλεγχο. Στις πάσχουσες περιοχές, δύναται να ζητηθεί και ακτινολογικός έλεγχος.
Αντιμετώπιση
Συντηρητική θεραπεία με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή ή και με αντιμετώπιση καταγμάτων προερχόμενα από οστεοπόρωση.

